|
Η γνώση των πόρων που η κοινότητα, η ο κάθε ξεχωριστός παραγωγός έχει στην διάθεση του κάθε στιγμή είναι αποφασιστικής σημασίας για τον σχεδιασμό και την ανάπτυξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας και αυτό για τον απλό λόγο, ότι η έλλειψη τους κάνει αδύνατη οποιαδήποτε ανάπτυξη της. Από αυτή την άποψη είναι σημαντική η γνώση της ύπαρξης τους, και η καταγραφή τους, ενώ σε αυτά τα πλαίσια θα μπορούσαμε να δώσουμε έναν απλό ορισμό και να λέγαμε, ότι στην περίπτωση του παραγωγού με περιορισμένες δυνατότητες, πόρος είναι αυτό που μπορεί να χρησιμοποιήσει, με τα μέσα, που στην συγκεκριμένη χρονική στιγμή διαθέτει, έχοντας υπόψη του ότι δεν έχει την δυνατότητα σε πρώτη φάση να τους μεγιστοποιήσει, είναι αυτό δηλαδή που λαός μας πολλή σοφά λέει «μέχρι που φτάνει το χέρι σου»
Με αυτούς τους πόρους θα πρέπει να παράγει χρήσιμα προϊόντα, τα οποία
πουλώντας τα στην αγορά, θα μπορεί να έχει έσοδα, τέτοια που θα του
επιτρέψουν αφενός μεν να επιβιώσει αυτός και η οικογένεια του, αφετέρου
δε, να έχει και εκείνο το πλεόνασμα, που θα του επιτρέψει να επαναλάβει
την διαδικασία παραγωγής έτσι ώστε και την επόμενη ημέρα να μπορέσει να
κάνει το ίδιο.
Η δυνατότητα ενός πόρου να αποτελέσει πηγή διατηρήσιμου ανταγωνιστικού
πλεονεκτήματος εξαρτάται από τέσσερα βασικά του χαρακτηριστικά:
α) πρέπει να είναι αξιοποιήσιμος, με την έννοια της δυνατότητας εκμετάλλευσης ευκαιριών του περιβάλλοντος
β) θα πρέπει να είναι σπάνιος ανάμεσα στους υπάρχοντες και δυνητικούς ανταγωνιστές
Στο βαθμό που ο αριθμός των επιχειρήσεων που κατέχουν ένα αξιοποιήσιμο
πόρο, είναι μικρότερος από τον αριθμό που χρειάζεται για την δημιουργία
συνθηκών πλήρους ανταγωνισμού μπορεί δυνητικά να αποτελέσει πηγή
ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος.
γ) δεν θα πρέπει να είναι δυνατή η πλήρης αντιγραφή του
Οι αξιοποιήσιμοι και σπάνιοι πόροι δεν μπορούν να αποτελέσουν πηγές
διατηρήσιμου ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος παρά μόνο στο βαθμό που δεν
είναι αντιγράψιμες από τις επιχειρήσεις που δεν τις διαθέτουν. Η μη
δυνατότητα αντιγραφής προκύπτει από τρεις παράγοντες (ή συνδυασμό τους):
1) η δυνατότητα απόκτησης ενός πόρου βασίζεται σε ιδιαίτερες
“ιστορικές” συνθήκες οι οργανισμοί είναι θεμελιωδώς “ιστορικές” και
κοινωνικά διαμορφωμένες οντότητες που η ικανότητα τους να αποκτήσουν
και εκμεταλλευτούν αναγκαίους πόρους είναι χωρικά και χρονικά
προσδιορισμένη. Εάν οι κατάλληλες χωροχρονικές συνθήκες περάσουν
ανεκμετάλλευτες, οι αναγκαίοι πόροι δεν μπορούν να αναπτυχθούν.
2) η σχέση ανάμεσα στους πόρους του οργανισμού και του διατηρήσιμου
ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος είναι αιτιακά ασαφής . Από την ισχύ της
συνθήκης αυτής συνεπάγεται ότι οι ανταγωνιστικές επιχειρήσεις δεν θα
ξέρουν ποιους ακριβώς πόρους θα πρέπει να αντιγράψουν..
3) οι πόροι που δημιουργούν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα είναι προϊόν ενός
πλέγματος κοινωνικά πολύπλοκων διαδικασιών στο εσωτερικό της οργάνωσης.
Σχετικά παραδείγματα αποτελούν οι διαπροσωπικές σχέσεις των διοικητικών
στελεχών, η κουλτούρα του οργανισμού, και η φήμη της επιχείρησης στους
καταναλωτές. Η δυνατότητα μίμησης τόσο πολύπλοκων φαινομένων είναι έξω
από τις ικανότητες των περισσοτέρων οργανισμών.
Για παράδειγμα, ενώ η
(φυσική διάσταση) της τεχνολογίας είναι δυνητικά υποκείμενη στην
αντιγραφή, η ικανότητα αξιοποίησης της, αποτελεί προιόν πολύπλοκων
σχέσεων στο εσωτερικό της επιχείρησης και δεν είναι εύκολα αντιγράψιμη
Μια απλή προσπάθεια καταγραφής των διαφόρων πόρων που ο καθένας μας
διαθέτει θα μας έδειχνε ότι υπάρχει μια πληθώρα από αυτούς, αρκετοί από
τους οποίους είναι ελεύθεροι στην φύση, ενώ άλλοι έχουν δημιουργηθεί
σαν αποτέλεσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας.
|